άγγελμα

άγγελμα
το см. αγγελία

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "άγγελμα" в других словарях:

  • ἄγγελμα — message neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγγελμα — το (Α ἄγγελμα) [ἀγγέλλω] μήνυμα, παραγγελία, είδηση …   Dictionary of Greek

  • άγγελμα — το, ατος είδηση, μήνυμα: Το θλιβερό άγγελμα δεν άργησε να φτάσει στο χωριό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἄγγελμ' — ἄγγελμα , ἄγγελμα message neut nom/voc/acc sg ἄ̱γγελμαι , ἀγγέλλω bear a message perf ind mp 1st sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγελμάτων — ἄγγελμα message neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγέλμασι — ἄγγελμα message neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγέλμασιν — ἄγγελμα message neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγέλματα — ἄγγελμα message neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγγέλματι — ἄγγελμα message neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αγγαρεία — Η αναγκαστική και χωρίς πληρωμή εργασία ή εξυπηρέτηση προς όφελος κάποιου, παρά τη θέληση εκείνου που την κάνει. Η εκτέλεση α. προϋποθέτει την άσκηση βίας ή τουλάχιστον την απειλή ότι θα χρησιμοποιηθεί βία σε περίπτωση μη υπακοής. Κατά την… …   Dictionary of Greek

  • διπλοκάμπαν — το 1. το να ηχούν ταυτόχρονα δύο καμπάνες εκκλησίας 2. μτφ. διπλό χαρμόσυνο ή δυσάρεστο άγγελμα 3. φρ. α) «τού ήρθε διπλοκάμπανο» τού συνέβησαν δύο ευχάριστα ή δυσάρεστα γεγονότα συγχρόνως β) «το’ χει διπλοκάμπανο» βρίσκει διπλή προστασία ή… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»